Αρχική > Ο λόγος των αποκλεισμένων, Ιούνιος 2008, Θεσσαλονίκη - Κείμενα > Θέλει η κοινωνία την επανένταξη στην κοινωνία των τρελών, των φευγάτων και άλλων παρασίτων;

Θέλει η κοινωνία την επανένταξη στην κοινωνία των τρελών, των φευγάτων και άλλων παρασίτων;

Απρίλιος 2, 2010

του Μηνά Φαρμάκη *

Θα μιλήσω για την προσωπική μου εμπειρία από τον εγκλεισμό μου στο Δρομοκαΐτειο, πρώτα σ’ ένα «ανήσυχο» τμήμα και ύστερα στον «ήσυχο» ξενώνα της Προεπαγγελματικής, όπου στα πλαίσια της εργοθεραπείας έπιασα δουλειά σ’ ένα κατάστημα-εργαστήρι στο Αιγάλεω, την Κιβωτό.

Πρώτα, λοιπόν, στο «ανήσυχο» τμήμα. Επειδή δεν ήμουν με εισαγγελική εντολή αλλά ζήτησα εγώ ψυχιατρική στήριξη δεν με έδεναν, όπως είναι η συνήθης πρακτική στην αρχή. Ωστόσο, μία εικόνα που χαράχτηκε γρήγορα στο μυαλό μου ήταν ο «σκληρός» νοσοκόμος με τον οποίο καλύτερα να μην έχεις πολλά-πολλά. Για να μην πέφτουμε βέβαια και στην καρικατούρα, αυτόν τον «σκληρό» τον είδα με ένα νεαρό σε κατάσταση υστερίας ήσυχο και γλυκομίλητο.

Οι σχέσεις με τους άλλους εκεί μέσα μου θύμιζαν αυτά που έβλεπα σε ταινίες με φυλακές, στρατόπεδα κ.λπ. (οι παλιοί, και όλα αυτά) κι έπαιζε σ’ αυτές μεγάλο ρόλο το κάπνισμα. Το τρεμάμενο χέρι με το τσιγάρο, το λαίμαργο ρούφηγμα, η κατανάλωση καφέ που βοηθάει να καπνίζεις ακόμη περισσότερο, σε κάνει να καταλάβεις γιατί ακριβώς πρόκειται για εθιστικές ουσίες, που η αμηχανία, το να μην κάνεις τίποτα, να μην περιμένεις τίποτα τις κάνουν απαραίτητες. Τα τσιγάρα: αυτά ζητούσαν συνέχεια ο ένας από τον άλλο, γι’ αυτά μπορούσαν να σε ξυπνήσουν στη μέση της νύχτας ή και να τα κλέψουν στη διάρκεια του ανήσυχου ύπνου μας. Συχνά δεν υπήρχε καν αξιοπρέπεια: ένα τσιγαράκι, ένα τσιγαράκι φίλε μου, τι ψυχή έχει ένα τσιγαράκι;

Τα σημαντικά γεγονότα της ημέρας, πέρα από τα τσιγάρα, ήταν τα γεύματα και τα χάπια. Το φαγητό ήταν το άλλο σημαντικό κώλυμα εκεί μέσα. Υπήρχαν άνθρωποι με πραγματικό πάθος γι’ αυτό, καμιά φορά σε σημείο παραμόρφωσης.

Κι ερχόταν η ώρα των βραδινών χαπιών, που βοηθούσαν στον ύπνο και τέλειωναν μια μέρα απ’ την οποία δεν πήρες τίποτα και την οποία θα ’βρισκες ίδια κι απαράλλαχτη την επομένη.

Η μόνη παρηγοριά σ’ όλη αυτή την κατάσταση ήταν η κοινωνικότητα. Οι πιο απροσδόκητες φιλίες γεννιόντουσαν μεταξύ των ασθενών. Συζητήσεις όμοιες κι απαράλλαχτες μ’ αυτές των «έξω», λογικότατες, που καμιά φορά όμως «εξόκειλαν» στο είδος του παραληρήματος που ήταν το χαρακτηριστικό του καθενός.

Και βέβαια υπήρχε κι η επαφή με το προσωπικό, όπου το θετικό στοιχείο ήταν ότι δεν υπήρχε το παραλήρημα κι αυτό σ’ έφερνε στα ίσια σου κατά κάποιον τρόπο, το αρνητικό όμως ήταν η σωφρονιστική λογική που επικρατούσε. Ήταν εκεί για να μας κρατάνε ήσυχους, υγιείς και καθαρούς, στο μέτρο του δυνατού βέβαια, κι όχι για να έχουν μία ανθρώπινη επαφή μαζί μας.

Αυτά που λέω ίσως να’ ναι κι άδικα. Υπήρχαν πολλοί καλοί άνθρωποι με πραγματικό ενδιαφέρον για τους ασθενείς, ήταν όμως το πλαίσιο στο οποίο κινούνταν οι σχέσεις μας που χάλαγε την κατάσταση.

Γρήγορα, επίσης, καταλάβαινες ότι όλα γίνονταν στη διάρκεια της πρωινής βάρδιας. Το απόγευμα και τη νύχτα υπήρχε μόνο προσωπικό ασφαλείας. Η απειθαρχία οδηγούσε σε δέσιμο.

Δεν ξέρω πως θα ήταν η κατάσταση αν απ’ την αρχή δεν επικρατούσαν αυτές οι «σωφρονιστικές» συνθήκες, μπορώ μόνο να σας πω πως συνειδητοποιούσες τι λούκι πέρασες στο «ανήσυχο» τμήμα μετά από μερικές μέρες στον «ήσυχο» ξενώνα όπου πήγα μετά από ενάμιση μήνα.

Θα μιλήσω εν τάχει για τον σταδιακό, παιδαγωγικό τρόπο με τον οποίο εμπλεκόσουν στις διάφορες διαδικασίες που συνέβαλαν στη λειτουργία του ξενώνα, ο οποίος όπως θα δείτε παρακάτω, δεν ήταν ο καλύτερος των κόσμων, όμως εδώ τουλάχιστον δεν είχες αυτή την αίσθηση του αδιέξοδου κι η τάξη του κόσμου που σταδιακά σου επιβαλλόταν απ’ έξω, είχε πράγματι κάτι το θεραπευτικό.

Μετά από ένα περίπου μήνα στο καινούριο περιβάλλον και νιώθοντας αισθητά καλύτερα, βρέθηκε η δουλειά στην «Κιβωτό» που αρχικά δέχθηκα γιατί αυτό θα μ’ οδηγούσε κάθε μέρα μακριά από το Δρομοκαϊτειο. Πέρασαν 2-3 μήνες στη δουλειά όπου, κάτι οι προκλήσεις του καινούριου περιβάλλοντος, κάτι τα, οικογενειακής φύσης, προβλήματά μου δεν πρόσεξα ότι κάτι περίεργο συμβαίνει. Όμως δεν λέω την αλήθεια. Είχε προηγηθεί, τον Δεκέμβριο, τον μήνα που πρωτόπιασα δουλειά, μία εβδομαδιαία στάση εργασίας κι η δημιουργία ενός συλλόγου εργαζομένων ασθενών, με αίτημα την πληρωμή, επιτέλους, των χρημάτων που τόσο καιρό τους παρακρατούσαν.

Όπως έμαθα αργότερα, ήταν η πρώτη φορά στην Ελλάδα που εργαζόμενοι χρήστες ψυχιατρικών υπηρεσιών οργανώθηκαν και διεκδίκησαν το αυτονόητο. Μιλούσαν για μήνες απλήρωτων μισθών. Αποφασίστηκε επίσης ν’ απευθυνθούμε στην τηλεόραση. Ένα «ημέτερο» κανάλι, ο ΑΝΤ1 έδειξε ενδιαφέρον. Επειδή μόλις τότε ξεκινούσα δουλειά και το πρόβλημα μου φαινόταν μακρινό κι επειδή είχα μάθει πως το μεγαλύτερο μέρος του ετήσιου τζίρου μας στην Κιβωτό το κάνουμε τις γιορτές των Χριστουγέννων, μου φάνηκε ανεύθυνο να κάνω τότε στάση εργασίας. Συμφώνησα όμως στο να απευθυνθούμε στην τηλεόραση, συνηθισμένοι στην ιδέα ότι το μόνο μέσο αντίδρασης του πολίτη στην αυθαιρεσία του κράτους είναι τα κανάλια.

Για να δικαιολογήσω τον εαυτό μου θα πω εδώ ότι υπό κανονικές συνθήκες δεν τρέφω τέτοιες αυταπάτες, όμως τότε μόλις έβγαινα από μία περίοδο βαθιάς κατάθλιψης κι έβρισκα τέτοιες απόψεις καθησυχαστικές.

Μαζευτήκαμε λοιπόν ένα ωραίο πρωινό, στην πύλη του Δρομοκαΐτειου για την εκπομπή του Παπαδάκη στον ΑΝΤ1, με τον σταθμό να’ χει δείξει μεγάλο ενδιαφέρον από την προηγούμενη, να’ χει στείλει ένα από τα ελάχιστα βαν του γι’ απευθείας σύνδεση και περιμέναμε, περιμέναμε, μέχρι που η εκπομπή τελείωσε. Είχαμε μάλλον κοπεί «άνωθεν» κι όποια ψευδαίσθηση είχαμε για δημοσιογραφική ανεξαρτησία στα κανάλια έσβησε.

Απ’ ότι φαίνεται όμως, η στάση εργασίας των παιδιών, το γεγονός ότι οργανώθηκαν, έκανε αίσθηση κι ανάγκασε την πολιτεία να ενδιαφερθεί. Ακολούθησε κι επερώτηση στη Βουλή από βουλευτή, αποτέλεσμα κι αυτή της κινητοποίησης των χρηστών αλλά και των συνδικάτων εργαζομένων του νοσοκομείου.

Κάπου 2 μήνες μετά, ενώ εμένα είχε αρχίσει να μου κακοφαίνεται και τα άλλα παιδιά εξακολουθούσαν να είναι απλήρωτα καταλήξαμε να μένει πια μόνο η υπουργική απόφαση για να πάρουμε τα δεδουλευμένα. Η απόφαση ήταν στο υπουργικό γραφείο κι εμείς περιμέναμε τον Αβραμόπουλο να σηκώσει το στυλό του.

Τελικά εδέησε κι όταν όλα φαινόντουσαν να έχουν τακτοποιηθεί (όχι εντελώς, θα δούμε γιατί), βρεθήκαμε μπροστά στην απίστευτη αργοπορία της γραφειοκρατίας του νοσοκομείου. Θα κάνω εδώ μία παρέμβαση. Δεν θα’ πρεπε τώρα που τα προβλήματα λύθηκαν και καλά, να πληρωνόμαστε κάθε μήνα για τη δουλειά που προσφέρουμε, όπως γίνεται παντού έξω, όπως γίνεται με τα κυλικεία του νοσοκομείου;

Η πολιτεία επικαλείται έλλειψη προσωπικού. Όμως, απ’ αυτούς δεν εξαρτάται η πρόσληψη προσωπικού; Τα σωματεία των εργαζομένων στο νοσοκομείο καταγγέλλουν αυτή την κατάσταση. Ουσιαστικά, όλο το βάρος, όπως προείπα, έχει πέσει στην πρωινή βάρδια γιατί δεν μπορούν να στελεχώσουν τις υπόλοιπες.

Πιο νέος, συζητούσαμε μ’ ένα φίλο μου για το πώς, οι μητέρες μας, αν και δεν γνωρίζονταν, μας έλεγαν ακριβώς τα ίδια πράγματα κι είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα πως στις μητέρες, όταν γεννάνε δίνουν ένα βιβλιαράκι με το τι να λένε στα παιδιά τους στην κάθε περίπτωση.

Έτσι μου έκανε εντύπωση πως 2 κυρίες, καλές χριστιανές και γενναιόδωρες και φίλα προσκείμενες στη σημερινή κυβέρνηση, άγνωστες όμως μεταξύ τους μου μίλησαν κι οι 2 για κάποιο «χαρτζιλικάκι» που θα ’πρεπε να πληρώνει η εργοθεραπεία, υπονοώντας ότι η δωρεάν διαμονή και σίτιση που μας προσφέρει το νοσοκομείο, δηλαδή τ’ ασφαλιστικά ταμεία, δηλαδή ο φορολογούμενος, είναι υπεραρκετά, για να ’χουμε κι άλλες απαιτήσεις.

Το μυστήριο της σύμπτωσης των απόψεων των 2 ασχέτων μεταξύ τους κυριών πρέπει να εξηγείται από την παρακολούθηση κάποιου καναλιού στην τηλεόραση. Όπως και να’ χει, ποιο είναι το μήνυμα που έλαβα; Πως μπορεί να ’ναι καλές μαζί μου; Είναι το χριστιανικό τους καθήκον. Αλλά να μην έχω την ψευδαίσθηση ότι έχω δικαίωμα στην αμοιβή για τη δουλειά μου, μετά απ’ όσα κάνει η κοινωνία για μένα.

Ήρθε ίσως η στιγμή να θίξω ένα άλλο θέμα. Συχνά τώρα πλέον, ανάμεσα σ’ εμάς τους νοσηλευόμενους, υπάρχουν αλλοδαποί. Ανάμεσα σ’ αυτούς που γνώρισα ξεχώρισα έναν Αφρικανό και μία Φιλιππινέζα.

Ο πρώτος ερχόταν απ’ την Αιθιοπία. Μου εξήγησε ότι στη χώρα του γίνεται εμφύλιος πόλεμος κι ότι οποιοσδήποτε θέλει να ’χει ένα μέλλον πρέπει να γίνει πρόσφυγας. Μου μίλησε για τις συνθήκες διαβίωσης του στην πατρίδα μας. Πολλά άτομα σ’ ένα ανήλιο διαμέρισμα να μοιράζονται τους ελάχιστους χώρους. Εργασιακή ανασφάλεια, να μην ξέρει τι θα του ξημερώσει από πλευράς δουλειάς, κι ακόμα να φοβάται τους ελέγχους της αστυνομίας παρόλο που, απ’ ότι μου είπε, τα χαρτιά του ήταν εντάξει. Όλα αυτά του δημιούργησαν μεγάλο άγχος, που τον οδήγησε σε εμάς.

Η κοπέλα απ’ τις Φιλιππίνες μου μίλησε για ασταμάτητη εργασία σαν οικιακή βοηθός, μ’ ελάχιστα ρεπό. Είχε την εντύπωση πως η ζωή της δεν της ανήκε πια. Η κοπέλα ήταν πιο τυχερή μέσα στην ατυχία της. Άλλες κοπέλες από τις Φιλιππίνες την επισκέπτονταν κι έτσι είχε κάποια χρήματα για τα απολύτως απαραίτητα. Τον άντρα από την Αιθιοπία αντίθετα τον είχαν αφήσει στην τύχη του. Ούτε επισκέψεις, ούτε χρήματα. Μόνη λύση γι’ αυτόν η τράκα, κυρίως τσιγάρα, καμιά φορά και χρήματα.

Όσον αφορά αυτό που επιθυμούσαν, ο άντρας μου μίλησε για μία καλή δουλειά που θα του επέτρεπε να ζήσει σε καλύτερες συνθήκες η δε κοπέλα για γάμο, ν’ ανοίξει σπιτικό και να αφιερωθεί στα παιδιά της.

Το θέμα είναι ότι στον εντός εισαγωγικών «παράδεισό» μας πολλοί άνθρωποι ζούνε πολύ άσχημα. Καθώς είναι ξεκομμένοι από τη δικιά μας κοινωνία και μακριά από τη δική τους, που τους στήριζε στις άσχημες συνθήκες στις οποίες ζούσαν στην πατρίδα τους, πολλοί θ’ αντιμετωπίσουν ψυχολογικά προβλήματα. Θα ’θελα εδώ να διατυπώσω ορισμένες προτάσεις που άκουσα από ’δω κι από ’κει και μου φάνηκαν σωστές.

Είναι επείγον να δοθεί σ’ όλους τους νοσηλευόμενους το επίδομα της πρόνοιας και φυσικά να μην κόβεται όταν είναι μέσα στο νοσοκομείο. Ο νοσηλευόμενος έχει συνήθως 2 απολαύσεις στην άχαρη ζωή του έγκλειστου. Τα τσιγάρα του, το να παραγγέλνει φαγητό έξω όταν αυτό του νοσοκομείου δεν του αρέσει ή και γενικά, όταν έχει αυτή τη δυνατότητα. Το επίδομα της πρόνοιας είναι αυτό ακριβώς, χρήματα και τσιγάρα και για κανένα σουβλάκι! Κι αυτό βέβαια είναι απλά η πιο συχνή χρήση των χρημάτων της πρόνοιας, μπορώ να σκεφθώ χίλιες δύο άλλες ανάγκες.

Αυτοί που λένε ότι δεν θα ’πρεπε να τους δίνουμε λεφτά για τέτοιες ανθυγιεινές συνήθειες όπως το κάπνισμα, να ’ρθουν εδώ να δουν πόσο αυτό είναι για πολλούς ανθρώπους η μόνη διέξοδος, η μόνη πολυτέλεια.

Ήμουν κάποτε καπνιστής, αλλά βαρέθηκα να μην έχω τη δύναμη να κάνω 5 βήματα, να ξυπνάω με το στόμα σε τέτοια κατάσταση κάθε πρωί, να μυρίζω σαν τασάκι, να ξοδεύω τόσα λεφτά. Έχω όμως ακόμα τη δύναμη της φαντασίας να μπορώ να μπω στη θέση των άλλων.

Οι αποδοχές από την εργοθεραπεία πρέπει, το λιγότερο, να διπλασιαστούν και αμέσως. Με τις τιμές που έχουν τα είδη πρώτης ανάγκης αυτές οι αποδοχές δεν είναι καν το «χαρτζιλίκι» που έλεγαν οι κυρίες, το ποσό είναι τόσο ασήμαντο που θα ήταν για γέλια αν δεν ήταν για κλάματα.

Στα κυλικεία, τα παιδιά κάνουν δύσκολο έργο σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Εφτά ώρες μέσα σ’ ένα κλουβί όπου, αν και χρήστες οι ίδιοι, πρέπει να καταφέρουν να συνεννοηθούν με συχνά βαρύτατα ψυχικά άρρωστους ανθρώπους. Αν αυτό είναι εξαντλητικό, για τους νοσηλευτές λόγου χάριν που είναι και καλά, «υγιείς», καταλαβαίνετε τι είναι γι’ αυτούς.

Η πολιτεία το αναγνώρισε αυτό κι αύξησε σημαντικά τις αποδοχές τους. Όμως ακούμε περίεργες φήμες ότι αυτό τώρα το θεωρούνε λάθος. Καλό θα ήταν οι αυξήσεις αυτές να παγιωθούν. Καλό θα ήταν η σύνταξη των γονέων χρηστών να πηγαίνει στους τελευταίους μετά τον θάνατο των πρώτων. Έτσι, και σε συνδυασμό με την εργοθεραπεία, ή κάποια part time δουλειά, να μπορούν να ζήσουν λίγο καλύτερα. Το νοσοκομείο χρειάζεται επιπλέον προσωπικό κάθε είδους, νοσηλευτικό, διοικητικό, επιστημονικό, ώστε να φροντίζει τους νοσηλευόμενους όλη μέρα, και με καλές εργασιακές συνθήκες γιατί αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την καλύτερη φροντίδα αυτών που την έχουν ανάγκη.


* – Εργαζόμενος στις Θεραπευτικές Συνεργατικές Μονάδες (ΘΕ.ΣΥ.ΜΟ.) του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής «Δρομοκαΐτειο», e-mail: syneleysi.thesimo@gmail.com.

[Πρακτικά Συνεδρίου «Ο Λόγος των Αποκλεισμένων», 7 & 8 Ιουνίου 2008. Δημοσίευση: Κοινωνία & ψυχική Υγεία, Τεύχος 8ο, Ιούλιος 2008.]

Advertisements